betty (cover)
Η περιπέτεια της Μπέττυ και άλλα ποιήματα

(.poema..) εκδόσεις

Οι λέξεις της Δάφνης Νικήτα αναδίδουν ευωδίες ποίησης από το πρώτο κιόλας ξεφύλλισμα της συλλογής – ανάμεσα σε στίχους και εικόνες, διακυμάνσεις μεταξύ σιωπής και μελωδίας, πολλαπλές εκφάνσεις του εγώ και του εμείς. Κάθε ποίημα μοιάζει με δοκιμή κι εμπειρία πολύτιμη, πεφρασμένη με τρόπο άμεσο, συνοπτικό, σχεδόν πάντοτε λακωνικό.

 

Η δημιουργός δοκιμάζει τα όρια του δομημένου ποιητικού της σύμπαντος με 23 νέα ποιήματα –τα περισσότερα παρουσιασμένα κατ’ αποκλειστικότητα στις ηλεκτρονικές σελίδες του περιοδικού (.poema..)– καθώς και με αναδιάταξη παλαιότερων ποιημάτων της (22 τον αριθμό), προερχόμενων από τις συλλογές της, «Μπουκάλια από το ίδιο άρωμα» (Εν Τύποις, Λευκωσία 1999) και «Το βροχερό βαγόνι» (Το Ροδακιό, Αθήνα 2007).

 

Πρόκειται, εν ολίγοις, για μια αυτοπαρουσίαση˙ εδώ διαφαίνεται όχι μόνον η εξελικτική πορεία της Δάφνης Νικήτα αυτή καθ’ εαυτή, αλλ’ επίσης προδίδεται η επιδίωξη να δοκιμάσει εκ νέου, με ωριμότητα γραφίδας και νοός, το πέρασμα στη διάσταση όπου οι συγκινήσεις, τα αντικείμενα, οι επιθυμίες, ο χρόνος στο δέρμα και ο ορίζοντας του βλέμματος διαφοροποιούνται απ’ ό,τι συνήθως ονομάζεται πραγματικότητα.

 

Η έκδοση κυκλοφορεί δίγλωσση, σε ελληνικά κι αγγλικά, με αφορμή τη συμμετοχή της ποιήτριας στις εκδηλώσεις της 53ης Μπιενάλε Βενετίας (7 Ιουνίου έως 22 Νοεμβρίου 2009), στο πλαίσιο της έκθεσης Making Worlds του καλλιτεχνικού διευθυντή Daniel Birnbaum, και συγκεκριμένα στην παραγωγή Making words.

 

 

!
!

Δάφνη Νικήτα

 

Η περιπέτεια της Μπέττυ και άλλα ποιήματα

 

(..Poema..) εκδόσεις, Αθήνα 2009

 

 Η περιπέτεια της Μπέττυ

 

Την πήρε απαλά

στην αγκαλιά της και

προχώρησε μέχρι

τα μαρμάρινα σκαλοπάτια

του παλιού σπιτιού

μπήκε χαμογελώντας

στην κουζίνα

-απόψε θα έβαζε τα δυνατά της-

οι μυρωδιές θα τον έφερναν αμέσως κοντά της

-δεν έχει χρόνο-

από το ξύλινο ράφι

αρπάζει τη μεγάλη πιατέλα                     

αυτή με τις λευκές μαργαρίτες στη μέση

και την αφήνει στο τραπέζι

δύο ποτήρια για κρασί ακόμη

κόκκινο

-κάποιος είναι στην πόρτα της-

λυγίζει το σώμα και την ακουμπάει

στο πιάτο με χαρά

κάθεται στην καρέκλα της και περιμένει

-κανείς-

μόνο η νεκρή

νυφίτσα να κείτεται

μπροστά της.

 

Αράχνη στο στόμα

                             

Φοράω τις χοντρές λαστιχένιες μπότες

και μπαίνω στην αφιλόξενη

κάμαρα από σύρμα λεπτό φτιαγμένη

και παλιά ανάγλυφα γράμματα

-δεν έχω τίποτα να χάσω-

πάνω σε πιάτα με τουλίπες

τοποθετώ το γυμνό σου

κεφάλι και κεντάω

σε ακίνητο λαιμό

μακριά φύλλα

με μια αράχνη από βρεγμένο νήμα

σου κλείνω το στόμα

και σου δείχνω με το δάκτυλο

όρθιο ανοικτό ψαλίδι

να ισορροπεί σε γέρικους φόβους

βελούδινους

-περπάτησε λοιπόν προς τον κήπο με τα ρόδα-

γράφει το καπέλο του πατέρα

το αφήνω στο πλάι σου

από το σώμα μου βγαίνουν

γυναίκες, άνδρες και ζώα από μαλλί

-δεν σε βλέπω πια-

ανοίγω με το χέρι το ξύλινο συρτάρι

παίρνω μαχαίρι και πιρούνι

χωρίζω στα δύο τα ανάκατα γράμματα

της ασημένιας πιατέλας

και γράφω στη μέση

-τι κάνουν όλοι αυτοί οι ξένοι στο σπίτι μου;-

 

Παγωμένα πουλιά

 

Αυτά που μου

δίνεις είναι ψίχουλα για παγωμένα πουλιά 

που κρέμονται τα βράδια

στα παράθυρα  των σπιτιών

των ρημαγμένων πόλεων.

 

Τα ομιχλώδη πρόσωπα του George Grosz

 

Τέσσερις άνδρες

με σκούρα παλτά

και καπέλα

περπατούν αμίλητοι

σε σκοτεινό καντούνι

Οι τοίχοι της πόλης

βαραίνουν καθώς

η πράσινη μούχλα

του μεγάλου καναλιού

μεγαλώνει στις άκρες τους

Βγαίνουν στη μεγάλη

πλατεία με τα καπνοπωλεία

και τη χαμηλή ομίχλη

που κρύβει τα πρόσωπα

των περαστικών

Φορέματα μέχρι το γόνατο

ψηλά τακούνια και

μακριές εσάρπες

μόνες και σκεφτικές

γεύονται την υγρασία

της απατηλής πολιτείας

σαν καινούργιο χάδι

όπως τις αγάπησε κάποιο

φθινόπωρο περασμένο

ο Grosz και επινόησε τον φοβισμένο

διανοούμενο με τα καμένα σπίρτα

στο χέρι

που ψάχνει απεγνωσμένα

να ανάψει τα θολά

πρόσωπα των γυάλινων χρόνων

 

George Grosz (1893-1959): Αμερικανός ζωγράφος γεννημένος στη Γερμανία.

 

 

Ο μολυβένιος άνθρωπος

 

Και ξαφνικά

απλώνει το χέρι

και πετάει τη χρυσή

επιταγή στο ποτάμι

που στις όχθες του

ανασαίνουν με δυσκολία

ανάμεσα σε βρόμικα σεντόνια

και τυφλά σκυλιά

οι απόκληροι της μολυβένιας χώρας

με τα κλειστά παράθυρα

και τα κρύα μπαλκόνια

Ανεβαίνει στην άκρη του μεγάλου γεφυριού

πετάει από το κεφάλι

το στέμμα του δειλού άρχοντα

ξεριζώνει από το βαρύ παλτό

τα μικρά πολύτιμα εικονίδια της νίκης

ανοίγει τα μακριά του χέρια

και πηδά

στο κενό

!

DAPHNE NIKITA

 

Betty’s adventure and other poems

 

(..Poema..) editions, Athens 2009

 

 

              Translated from the Greek by Yannis Goumas

 

 

BETTY’S ADVENTURE

 

She took it gently

in her arms and

walked up

to the marble stairs

of the old house

she went into the kitchen

smiling

-tonight she’d do her very best -

the smells would soon bring him to her side

- there’s no time to waste -

from the wooden plate rack

she grabs hold of the platter

the one with the white lilies in the middle

and puts it on the table

two more glasses for red

wine

- there’s someone at the door -

she bends her body and rests it

on the plate full of joy

she sits in her chair and waits

- no one -

only the dead

weasel lies

in front of her

 

SPIDER IN THE MOUTH

 

I put on my gumboots

and enter the unwelcoming

room made of thin wire

and old letters carved in relief

- I have nothing to lose -

on plates adorned with tulips

I place your bare

head and on your unmoving neck

embroider

long leaves

with a moist thready spider

I block your mouth

and point to

a pair of open scissors standing on end

and balanced on velvety

oldish fears

- so walk towards the rose garden -

is written on my father’s hat

which I leave beside you

from my body emerge

woollen men, women and animals

- I can no longer see you -

with my hand I open the wooden drawer

take out knife and fork

separate the messy letters

on the silver platter

and write in the middle

“What are all these strangers doing in my house?”

 

FROZEN BIRDS

 

What you are

offering me are but crumbs for frozen birds

hanging at night

on the windows of houses

of ruined towns.

 

THE MISTY FACES OF GEORGE GROSZ*

 

Four men

wearing sombre overcoats

and hats

are walking tight-lipped

up a dark alleyway

The city walls

weigh down as

green mould

from the large canal

grows on their edges.

The men come out onto the wide

square with the tobacconists

and the low mist

that hides the faces

of passers-by

Knee-high dresses

stiletto heels and

long stoles

lonesome, pensive figures

savour the dampness

of the specious city

like a new caress

as Grosz came to love them

in an autumn of yore

and invented the frightened

intellectual with burnt matches

in his hand

seeking desperately

to light the blurred

faces of the glassy years.

 

 

THE LEADEN MAN

 

And of a sudden

he stretches out his hand

and throws the golden

cheque in the river

on whose banks

have difficulty in breathing

among dirty sheets

and blind dogs

the outcasts of the leaden nation

with the closed windows

and the cold balconies

He goes up to the edge of the lengthy bridge

removes the coward sovereign’s crown

from his head

tears off from the heavy topcoat

the small precious decorations of victory

opens his long arms

and leaps

into the void.