Το παραμύθι που πάγωσε
Το νερό
είναι κρύο
γι αυτό λέω να μπω
σ΄ αυτό το αναποδογυρισμένο
καρυδότσουφλο που βρήκα
στο τέλος του παλιού παραμυθιού
- αυτό που φεύγει μακριά -
Από τότε γυρνάω
μαζί του σε κύκλους
μέσα σ΄ ένα ποτήρι
παγωμένη βροχή.
Τριαντάφυλλα από ζάχαρη
Κρύβω στις τσέπες
τριαντάφυλλα από ζάχαρη
και περπατώ στους ζεστούς
διαδρόμους του
κόκκινου λαβύρινθου
- Ακούω τα βήματά σου –
Η γυναίκα με το διάφανο φόρεμα
ισορροπεί στις άκρες των δακτύλων της
καθώς ένας άντρας με κεφάλι αλόγου
και ξερά χόρτα στο χέρι
υποκλίνεται με χάρη μπροστά της
Βγαίνω σε ξέφωτο
γεμάτο μυρωδιές από παραμύθια ξεχασμένα
στον πάτο της λίμνης με τα χιλιάδες νούφαρα
Τι κάνουν τα πράσινα μικρά ποντίκια με τα ξωτικά;
- Ακούω τα βήματα σου –
Ψάχνω να βρω τη γυναίκα
αυτή με τα λευκά πέταλα στο μέτωπο
να τεντώνει πάνω σε στρώμα που γράφει
σ’ αγαπώ
το ατροφικό κορμί της.
Στο τέλος ανοίγω την κόκκινη πόρτα
και τότε ξαφνικά
ο καθρέφτης –
Φλάουτο από κρύσταλλο
Τα μεσάνυκτα
η πνοή ενός φλάουτου
ζωντανεύει τη μορφή σου
σε σκηνή
σκοτεινή.
Χορεύεις μαζί με τις
μαύρες φιγούρες
αυτές που ταξίδευσαν
μαζί σου
πάνω απ’ τον ωκεανό.
Χωρίς οίκτο τα πόδια
και τα χέρια κτυπάνε τον τοίχο
οι ήχοι των χρόνων που πέρασαν παντού –
τινάζω το κορμί να σε αγγίξω
και όμως σαν ψέματα
από ψηλά κατεβαίνουν
με δύναμη αναμένα κρύσταλλα
και απλώνονται
σαν μικρές φωτιές
που καίνε
τα πάντα.
Μάρτης του 41’
Πίσω από
σκιές και αινίγματα
πλάι στη μεγάλη γέφυρα
της κρύας πολιτείας
σε λευκό κουρέλι
βρήκα το σκονισμένο βιβλίο
Μάρτης του 41’, έγραφε
χαρισμένο για τα δέκα σου χρόνια
κι έτσι έμαθα
κρυφά και σιωπηλά
πως χρόνια πολλά πριν
γνώρισες όπως και γω
όλα τα θλιμμένα μυστικά
που ξέμειναν στις ρωγμές
του κόκκινου σπιτιού
εκεί που αρχίζει το ποτάμι
στο πίσω ράφι
της ξύλινης
βιβλιοθήκης.
Πορτραίτο εποχής
Και ξαφνικά
φτερά λευκά παντού
φωνές και δάκρυα
από το κρύο πάτωμα
για την νύκτα που έρχεται
αργά σαν άστρο
που δεν πέφτει ποτέ
στους υγρούς δρόμους
του βορρά η γυναίκα
με το κεντημένο φόρεμα ακόμη
ψάχνει να βρει την μορφή
του χθεσινού ονείρου.
Χάνεται σε μέρος σκοτεινό
με θόρυβο από μηχανές
και ανθρώπους
φτερά λευκά παντού.
Κανείς δεν την γυρεύει
κι όμως την αγαπούν
σαν πορτραίτο εποχής
φτιαγμένο απ’ το δικό σου χέρι
καθώς μάτια γριάς
καρφώνονται πάνω
στο άψυχο
κορμί της.
Σοφίτα
Το φεγγάρι είναι
κιόλας εφτά ημερών
έλα,
στην επιφάνεια της λίμνης
βλέπω αυτά που ζητάς
μην αργείς γιατί κόκκινες μικρές
πεταλούδες βάφουν το νερό.
Στην Οσάκα σε περιμένουν
κοιτώντας τον ουρανό
ενώ εσύ ερωτεύεσαι
κρυμμένη στο βάθος
της στενής σοφίτας.
Πάνω σε ζεστό χαλί
ονόματα εραστών που κουβαλάς
απ’ τις γκρίζες πολιτείες της Δύσης
σε κρατούν ζωντανή
τα βράδια.
Σε είδα να φεύγεις νωρίς
κρατώντας αγκαλιά το
παγωμένο σώμα του
χθεσινού φεγγαριού.
Roses of Sugar
I hide in my pockets
roses of sugar
and I walk in the hot
corridors of
the red labyrinth
- I hear your footsteps –
The woman in the filmy dress
poises on the tips of her toes
while a man with the head of a horse
and dried grass in his hand
bows gracefully before her
I emerge into light
full of scents of forgotten fairytales
on the bottom of the lake with the thousand water-lilies
What are the little green mice doing with the sprites?
-I hear your footsteps –
I am looking for the woman
with the white petals on her forehead
stretching her atrophied body
on a bed which writes
I love you.
Finally I open the red door
and then suddenly
- the mirror –
Summer Afternoon
Like an old
mansion
forgotten in the unfairness
of time
in the centre
of the green mountain
I found you
- summer afternoon –
The door open.
As if spell-bound I went up the stairs.
The footsteps, white, airy
lead me to rooms
of broken glass.
Torn papers, books without titles, stories without words
- I am lost –
At the end of the corridor
eerie voices remind me
that what I am living
is just
another
of my
stories.
Translation: Christine Robinson
<< back