Double-click here to change image
Το Βροχερό Βαγόνι

Εκδόσεις "Το Ροδακιό" - Αθήνα 2007

Μια νέα φωνή ποιητική έρχεται στο ήδη πολυσύχναστο λογοτεχνικό προσκήνιο. Η ποιητική συλλογή της Δάφνης Νικήτα «Το Βροχερό Βαγόνι» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό». Τα ποιήματα της Δάφνης Νικήτα απηχούν την υπερσύγχρονη τάση της ενοποίησης των τεχνών, είναι ποιήματα εικαστικά, αρχιτεκτονικά, μουσικά, κινηματογραφικά και φωτογραφικά. Χωρίς να προδίδουν άμεσα το μυστικό τους, ωστόσο είναι ποιήματα μιλητά, μπορείς να τα πεις και να τα ξαναπείς όπως γινόταν και με τα παλιά ποιήματα. Η ποιητική αυτή συλλογή, που είναι η δεύτερη συλλογή της Δ. Νικήτα μετά από το «Μπουκάλια από το ίδιο άρωμα»

<< back

!
!

Το παραμύθι που πάγωσε

 

Το νερό

είναι κρύο

γι αυτό λέω να μπω

σ΄ αυτό το αναποδογυρισμένο

καρυδότσουφλο που βρήκα

στο τέλος του παλιού παραμυθιού

- αυτό που φεύγει μακριά -

Από τότε γυρνάω

μαζί του σε κύκλους

μέσα σ΄ ένα ποτήρι

παγωμένη βροχή.


 

Τριαντάφυλλα από ζάχαρη

 

Κρύβω στις τσέπες

τριαντάφυλλα από ζάχαρη

και περπατώ στους ζεστούς

διαδρόμους του

κόκκινου λαβύρινθου

- Ακούω τα βήματά σου –

Η γυναίκα με το διάφανο φόρεμα

ισορροπεί στις άκρες των δακτύλων της

καθώς ένας άντρας με κεφάλι αλόγου

και ξερά χόρτα στο χέρι

υποκλίνεται με χάρη μπροστά της

Βγαίνω σε ξέφωτο

γεμάτο μυρωδιές από παραμύθια ξεχασμένα

στον πάτο της λίμνης με τα χιλιάδες νούφαρα

Τι κάνουν τα πράσινα μικρά ποντίκια με τα ξωτικά;

- Ακούω τα βήματα σου –

Ψάχνω να βρω τη γυναίκα

αυτή με τα λευκά πέταλα στο μέτωπο

να τεντώνει πάνω σε στρώμα που γράφει

σ’ αγαπώ

το ατροφικό κορμί της.

Στο τέλος ανοίγω την κόκκινη πόρτα

και τότε ξαφνικά

ο καθρέφτης –


 

Φλάουτο από κρύσταλλο

 

Τα μεσάνυκτα

η πνοή ενός φλάουτου

ζωντανεύει τη μορφή σου

σε σκηνή

σκοτεινή.

Χορεύεις μαζί με τις

μαύρες φιγούρες

αυτές που ταξίδευσαν

μαζί σου

πάνω απ’ τον ωκεανό.

Χωρίς οίκτο τα πόδια

και τα χέρια κτυπάνε τον τοίχο

οι ήχοι των χρόνων που πέρασαν παντού –

τινάζω το κορμί να σε αγγίξω

και όμως σαν ψέματα

από ψηλά κατεβαίνουν

με δύναμη αναμένα κρύσταλλα

και απλώνονται

σαν μικρές φωτιές

που καίνε

τα πάντα.


 

Μάρτης του 41’

 

Πίσω από

σκιές και αινίγματα

πλάι στη μεγάλη γέφυρα

της κρύας πολιτείας

σε λευκό κουρέλι

βρήκα το σκονισμένο βιβλίο

Μάρτης του 41’, έγραφε

χαρισμένο για τα δέκα σου χρόνια

κι έτσι έμαθα

κρυφά και σιωπηλά

πως χρόνια πολλά πριν

γνώρισες όπως και γω

όλα τα θλιμμένα μυστικά

που ξέμειναν στις ρωγμές

του κόκκινου σπιτιού

εκεί που αρχίζει το ποτάμι

στο πίσω ράφι

της ξύλινης

βιβλιοθήκης.


 

Πορτραίτο εποχής

 

Και ξαφνικά

φτερά λευκά παντού

φωνές και δάκρυα

από το κρύο πάτωμα

για την νύκτα που έρχεται

αργά σαν άστρο

που δεν πέφτει ποτέ

στους υγρούς δρόμους

του βορρά η γυναίκα

με το κεντημένο φόρεμα ακόμη

ψάχνει να βρει την μορφή

του χθεσινού ονείρου.

Χάνεται σε μέρος σκοτεινό

με θόρυβο από μηχανές

και ανθρώπους

φτερά λευκά παντού.

Κανείς δεν την γυρεύει

κι όμως την αγαπούν

σαν πορτραίτο εποχής

φτιαγμένο απ’ το δικό σου χέρι

καθώς μάτια γριάς

καρφώνονται πάνω

στο άψυχο

κορμί της.


 

Σοφίτα

 

Το φεγγάρι είναι

κιόλας εφτά ημερών

έλα,

στην επιφάνεια της λίμνης

βλέπω αυτά που ζητάς

μην αργείς γιατί κόκκινες μικρές

πεταλούδες βάφουν το νερό.

Στην Οσάκα σε περιμένουν

κοιτώντας τον ουρανό

ενώ εσύ ερωτεύεσαι

κρυμμένη στο βάθος

της στενής σοφίτας.

Πάνω σε ζεστό χαλί

ονόματα εραστών που κουβαλάς

απ’ τις γκρίζες πολιτείες της Δύσης

σε κρατούν ζωντανή

τα βράδια.

Σε είδα να φεύγεις νωρίς

κρατώντας αγκαλιά το

παγωμένο σώμα του

χθεσινού φεγγαριού.

 

 

Roses of Sugar

 

I hide in my pockets

roses of sugar

and I walk in the hot

corridors of

the red labyrinth

- I hear your footsteps –

The woman in the filmy dress

poises on the tips of her toes

while a man with the head of a horse

and dried grass in his hand

bows gracefully before her

I emerge into light

full of scents of forgotten fairytales

on the bottom of the lake with the thousand water-lilies

What are the little green mice doing with the sprites?

-I hear your footsteps –

I am looking for the woman

with the white petals on her forehead

stretching her atrophied body

on a bed which writes

I love you.

Finally I open the red door

and then suddenly

- the mirror –

 

 

Summer Afternoon

 

Like an old

mansion

forgotten in the unfairness

of time

in the centre

of the green mountain

I found you

- summer afternoon –

The door open.

As if spell-bound I went up the stairs.

The footsteps, white, airy

lead me to rooms

of broken glass.

Torn papers, books without titles, stories without words

- I am lost –

 

At the end of the corridor

eerie voices remind me

that what I am living

is just

another

of my

stories.

 

Translation: Christine Robinson

 

 

 

<< back